Δεν είναι λίγες οι φορές που συμπατριώτες μου Αλβανοί, κυρίως νέοι ή και λίγο μεγαλύτεροι, αλλά πάντως ανενημέρωτοι εντελώς για τα της Ελλάδος ζητήματα, μου επιτίθενται ομαδικά. Και τούτο συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή δεν έχω τη συνήθεια να επιτίθεμαι στην Ελλάδα για τα πάντα. Όσες φορές μάλιστα προσπάθησα να τους εξηγήσω το αυτονόητο, ότι δηλαδή υπάρχουν στην Ελλάδα αυτοί που θέλουν τη διαχρονική διένεξη με την Αλβανία, (και όχι μόνο με αυτή), υπάρχουν όμως κι αυτοί( που είναι φυσικά πολλοί περισσότεροι) που θέλουν τη συνύπαρξη, η απάντηση είναι πάντα η ίδια: «είσαι προδότης και δεν αγαπάς τη πατρίδα, αφού αγαπάς τους Έλληνες». Απάντηση δεν υπάρχει για κανέναν υπερεθνικιστή και τυφλωμένο σοβινιστή κι ουτε θέλω να δόσω. Το παρακάτω κείμενο είναι ένα δείγμα το πώς Έλληνες δημοσιογράφοι παρουσίασαν την εκδήλωση του Παντίου, και τα όσα συνέβησαν εκεί ,για τους Τσάμιδες. Σπεύδω εδώ να υπογραμμίσω πως μετέφρασα κατά λέξη αποσπάσματα απο το κείμενο της «Ελευθεροτυπίας», κείμενο που με βρίσκει 100% σύμφωνο.
-"Το πρώτο βήμα είναι πάντα δύσκολο. Το απόγευμα της Πέμπτης 21 Φεβρουαρίου, στο αμφιθέατρο «Σάκη Καράγιωργας» του Παντείου Πανεπιστημίου, πραγματοποιήθηκε η πρώτη δημόσια εκδήλωση που έγινε ποτέ στη χώρα μας για το ζήτημα των Τσάμηδων - ένα θέμα προσφιλές στην κινδυνολογούσα μερίδα των ΜΜΕ, με το οποίο όμως μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε ν' ασχολείται σοβαρά η εγχώρια επιστημονική κοινότητα. Συνδιοργανωτές ήταν το εκεί Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας και το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕΜΟ).
Η ημερίδα περιλάμβανε δύο μέρη. Το πρώτο αφορούσε την ιστορική παρουσία της μειονότητας των Τσάμηδων στο ελληνικό κράτος, από τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 ώς την εκδίωξή της το 1944-45, ενώ το δεύτερο την τρέχουσα επικαιρότητα του ζητήματος.
Τη συζήτηση άνοιξε ο επίκουρος καθηγητής του ΑΠΘ Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, με την παρουσίαση της θεσμικής οργάνωσης των κοινοτήτων των Τσάμηδων μεταξύ 1913 και 1944 - αρχικά ως τμήμα των πολύ ευρύτερων μουσουλμανικών κοινοτήτων της ελληνικής επικράτειας κι αργότερα, μετά την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών του 1922-24, ως αλβανική (ή «αλβανογενής») μειονότητα. Αναφέρθηκε στο σταδιακό περιορισμό των μουφτειών της Ηπείρου από 9 σε 4, στην ανυπαρξία μειονοτικού σχολικού δικτύου (πλην της διδασκαλίας του Κορανίου), στις απαγορεύσεις αγοραπωλησίας ακινήτων και στις συνακόλουθες τριβές ανάμεσα στα μέλη της μειονότητας και στην ελληνική διοίκηση.
Ο φαύλος κύκλος της βίας στην περιοχή ήταν το αντικείμενο των επόμενων εισηγήσεων, από τον ιστορικό Λάμπρο Μπαλτσιώτη (που ασχολήθηκε με την περίοδο 1912-1941) και την επιστημονική συνεργάτιδα του ΙΜΧΑ Ελευθερία Μαντά (που επικεντρώθηκε στα γεγονότα της Κατοχής), ενώ ο ιστορικός Ηλίας Σκουλίδας παρουσίασε τη δικαστική εκκαθάριση της υπόθεσης: τη συλλογική καταδίκη 1.930 Τσάμηδων ερήμην από το Δικαστήριο Δωσιλόγων, τις βαριές καταδίκες κάποιων άλλων κατ' αντιμωλίαν, καθώς και τις νομικές διαδικασίες μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων των φυγάδων σε Έλληνες της περιοχής.
Με τα περιουσιακά ζητήματα άνοιξε και το δεύτερο μέρος της ημερίδας, το αφιερωμένο στις σημερινές διαστάσεις του θέματος. Ο λέκτορας του ΔΠΘ Γιάννης Κτιστάκις παρουσίασε συνολικά τη νομική πλευρά τόσο της διεκδίκησης περιουσιών εκ μέρους των Τσάμηδων όσο και των «εχθρικών περιουσιών» Αλβανών πολιτών που τέθηκαν υπό «μεσεγγύηση» τον Οκτώβριο του 1940 και παραμένουν μέχρι σήμερα κάτω απ' αυτό το «πολεμικό» καθεστώς.
Ο δημοσιογράφος Τάσος Τέλλογλου σκιαγράφησε τα χαρακτηριστικά, το λόγο και τα αιτήματα του «τσάμικου λόμπι» στη σημερινή Αλβανία, τοποθετώντας το φαινόμενο στις πραγματικές του διαστάσεις. Ο λέκτορας του Παντείου Δημήτρης Χριστόπουλος έκλεισε τέλος την ημερίδα με μια ανάλυση των λειτουργιών (αλλά και των αρνητικών συνεπειών) της εθνικής αυτολογοκρισίας όσον αφορά τα «ανομολόγητα» μειονοτικά ζητήματα. Το κείμενό του δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» της περασμένης Κυριακής (24.2).
Αν οι εισηγήσεις υπήρξαν εμπεριστατωμένες κι αρκούντως πλουραλιστικές, δεν συνέβη καθόλου το ίδιο και με τη συζήτηση που ακολούθησε. Για την ακρίβεια δεν υπήρξε καθόλου συζήτηση, παρ' όλο που οι παρεμβάσεις εκ μέρους των αντιφρονούντων κράτησαν σχεδόν μια ώρα.
Στην καλύτερη περίπτωση, οι παρεμβαίνοντες -μέλη ηπειρωτικών συλλόγων και συγγραφείς βιβλίων για την περιοχή- περιορίστηκαν στην απαρίθμηση των εγκλημάτων της δωσίλογης πολιτοφυλακής των Τσάμηδων επί Κατοχής, θεωρώντας ότι οι φόνοι 600 περίπου Ελλήνων της Θεσπρωτίας από τους Ιταλογερμανούς και τους ντόπιους συνεργάτες τους δικαιολογούν και με το παραπάνω την εξολόθρευση πολλαπλάσιων μελών της μειονότητας (σε μεγάλο βαθμό γυναικών και παιδιών) από τον ΕΔΕΣ το 1944-1945 και την εκδίωξη των υπόλοιπων 20.000 στην Αλβανία. Στη χειρότερη περίπτωση, οι παρεμβάσεις περιορίστηκαν σε διακηρύξεις κραυγαλέου αντικομμουνισμού ή επανέλαβαν διάφορες αστειότητες της εθνικόφρονος παραφιλολογίας - ότι π.χ. η γλώσσα των Τσάμηδων είναι στην πραγματικότητα μια «ελληνική» διάλεκτος που «αλβανοφέρνει».
Αποκαλυπτική του επιπέδου του όλου «διαλόγου» ήταν η τύχη της παρέμβασής μας, όταν επιχειρήσαμε μια σύγκριση του δωσιλογισμού μειονοτικών ομάδων της ευρύτερης Ηπείρου, υπενθυμίζοντας ότι και βορειότερα (στην περιοχή της Χειμάρρας) υπήρξαν κοινότητες (Ελλήνων) μειονοτικών που -όπως και οι Τσάμηδες- συνεργάστηκαν το 1943-44 ένοπλα με τους Γερμανούς κατακτητές κατά του εκεί αντιστασιακού κινήματος. Η παρέμβασή μας αυτή δεν μπόρεσε καν να ολοκληρωθεί, καθώς η «εξέδρα» των υπερπατριωτών ξέσπασε σε συνθήματα κατά του «ερυθρού φασισμού» και στη συνέχεια άρχισε να κραυγάζει ρυθμικά: «Γκου-λάγκ! Γκου-λάγκ! Σολ-ζε-νί-τσιν! Σολ-ζε-νί-τσιν!».
....
Δυναμική υπήρξε η παρουσία και του γενικού γραμματέα της Ένωσης Χειμαρριωτών, Φρέντι Μπελέρη. Το 1995 ήταν ένας από τους 5 οπλοφόρους του «Μετώπου Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου» (Μ.Α.Β.Η.) που συνελήφθησαν ένοπλοι πάνω στα ελληνοαλβανικά σύνορα, για να καταδικαστούν τελικά ελαφρά σαν κοινοί «λαθρέμποροι όπλων». Σήμερα ο κ. Μπελέρης συνιστά βασικό πληροφοριοδότη των ΜΜΕ του «πατριωτικού χώρου», όπως διαπιστώνουμε από ολοσέλιδη συνέντευξή του περί «αλβανικού επεκτατισμού» στο «Πρώτο Θέμα» (24.2). Στην ημερίδα του ΚΕΜΟ ζητούσε έτσι και τα ρέστα. Απευθυνόμενος π.χ. σε δημοσιογράφο του «Ιού», υποστήριξε μεγαλόφωνα: «Το λάθος μας ήταν ένα. Οτι, όταν ήρθατε στη Χειμάρρα, σας αφήσαμε να φύγετε ζωντανοί και δεν σας κόψαμε τα κεφάλια». Αναφερόταν φυσικά σε παλιότερο ρεπορτάζ μας από τη γενέτειρά του, σχετικά με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της διένεξης μεταξύ των εκεί «πατριωτών» και «προδοτών» («Κ.Ε.» 12.11.2000).
Όσον αφορά την ίδια την εκδήλωση, η έκβαση της οποίας επιβεβαίωσε ξανά δύο πράγματα: αφ' ενός μεν τη γύμνια επιχειρημάτων της παραδοσιακής εθνικοφροσύνης που αδυνατεί να εκφέρει για τα μειονοτικά ζητήματα (ακόμη και του παρελθόντος, όπως το «τσάμικο») τον παραμικρό λόγο πέρα από μαρτυρολόγια ή αναζητήσεις μιας «κατά βάθος ελληνικής καταγωγής» των (κατά τα άλλα) «εχθρών του έθνους». Αφ' ετέρου ότι, ακόμη και σε μια συγκυρία φορτισμένη από ανεπιθύμητες εξελίξεις στη βαλκανική μας γειτονιά, μια σοβαρή επιστημονική συζήτηση περί μειονοτήτων δεν αποτελεί πια ταμπού, στο βαθμό τουλάχιστον που αυτό συνέβαινε πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Και η συμβολή του ΚΕΜΟ σ' αυτό τον έμπρακτο εκδημοκρατισμό της δημόσιας ζωής της χώρας μας δύσκολα μπορεί να υποτιμηθεί".
...
Δικό μου σχόλιο:
Και αφού πιο κάτω στο κείμενο γίνεται αναφορά στο πώς τα ΜΜΕ ανέλυσαν και παρουσίασαν την ημερίδα, οπού κυρίως ανεδείχθησαν οι κραυγές και ο θόρυβος από τους "υπερπατριώτες" και εθνικόφρονες, υπογραμμίζεται η ψύχραιμη ανάλυση από τον blogger “ΤΟΥΚΙΘΕΜΠΛΟΜ”, ο οποίος τυγχάνει Αρβανίτης και άτομο με ξεκάθαρη σκέψη και ιδέες.
Στα αλβανικά ΜΜΕ αλλά και τα blogs, το θέμα είναι όσο χαϊδευμένο τόσο και κακοποιημένο! Κυρίως γίνεται με δυο κριτήρια: τον υπερεθνικισμό και την άγνοια. Όταν κανείς τολμά να καταπιαστεί σοβαρά με την ουσία της, παρουσιάζοντας τα γεγονότα όπως είναι κι όχι όπως αυτά "σερβιριστήκανε" από την κομμουνιστική προπαγάνδα των 45 ετών αλλά και το ανεπαρκές μετακομμουνιστικό ντελίριο, αμέσως ακούγεται η πολεμοχαρής και κοντόφθαλμη κραυγή των μισαλλόδοξων και στηριζόμενων σε μαρτυρολογίες! Μόνο τελευταία, μια συνέντευξη του Πρωθυπουργού Σαλί Μπερίσα στον δημοσιογράφο της Καθημερινής Σταύρο Τζήμα καταπιάνεται με την ουσία. Η υπογράμμιση εκ μέρους του πως το θέμα(των περιουσιών) είναι νομικό και θα πρέπει να λυθεί μόνο νομικά, βάζει κατά τη γνώμη μου, τα πράγματα σε μια σωστή σειρά.
Nuk janë të pakta rastet kur bashkëpatriotë shqiptarë, kryesisht të rinj ose edhe pak më rritur, por sidoqoftë të keqinformuar për ç'ka ndodh në Greqi, më sulmojnë në grup. Dhe kjo ndodh, vetëm e vetëm sepse nuk kam shprehi të sulmoj Greqinë për gjithçka. Madje, sa herë u mundova t’u shpjegoj të vërtetën, domethënë se, ka grekë që duan “fërkimet” e përhershme me Shqipërinë(dhe jo vetëm me të) por janë dhe të tjerët (që janë ,natyrisht, shumë më tepër) që duan bashkëjetesën, përgjigjia është e njëjta: "je ...tradhëtar(!) përderisa nuk do atdheun tënd e do Greqinë"! Përgjigje nuk ka për asnjë supernacionalist e shovinist të verbër! Teksti i mëposhtëm është një shembull se si gazetarë grekë pasqyruan simpoziumin në "Pantio" për çamët, si dhe reagimet që pati atje. Shpejtoj këtu të nënvizoj se, kam përkthyer fjalë për fjalë pjesë nga teksti i gazetës "Eleftherotipia”, tekst i cili më gjen personalisht 100% dakort.
-Hapi i parë është gjithnjë dhe më i vështiri. Pasditen e 21 Shkurtit, në amfiteatrin “Saqis Karajorgas” të Universitetit "Pantios", u zhvillua dialogu i parë publik që ka ndodhur ndonjëherë në vendin tonë, për çështjen e çamëve-një temë e dëshiruar për pjesën e mediave rrezikndjellëse, me të cilën veçse, vetëm këto vitet e fundit nisi të kapet seriozisht, komuniteti shkencor vendas. Bashkëorganizues ishin Dega e Shkencave Politike dhe Historisë si dhe Qendra e Kërkimeve Minoritare.
Debati përbëhej nga dy pjesë. E para kapej me prezencën historike të minoritetit çam në shtetin grek, nga luftërat Ballkanike të 1912-13-së deri në dëbimin e tij më 1944-45-ën , kurse e dyta me gjëndjen aktuale të çështjes.
Bisedimet i hapi ndihmës pedagogu i Universitetit “Aristotelio” të Selanikut ,Konstandinos Ciceliqis, me prezantimin e organizimit struktural të çamëve midis 1913-ës dhe 1944-ës fillimisht si pjesë e minoritetit mjaft të zgjeruar të kominiteteve muslimane të territorit grek, dhe më vonë, pas shkëmbimit greko-turk të popullsive më 1922-24, si minoritet shqiptar(ose shqipfolës). Bëri fjalë për kufizimin dalëngadalë të muftive të Epirit nga 9 në 4, në mosekzistencën e rrjetit shkollor minoritar(përjashto mësimin e Koranit), në ndalimin e shtiblerjes së pasurisë së patundshme dhe rrjedhimisht, fërkimet logjike mes përbërësve të minoritetit dhe pushtetit grek.
Qarku vicioz i dhunës në krahinë ,ishte elementi i referatit të historianit Lambros Balçiotis (që u kap me periudhën 1912-1941) dhe bashkëpunëtores shkencore të IMXA Eftheria Manda(e cila u përqëndrua në ngjarjet e pushtimit), ndërsa historiani Ilias Skulidhas, prezantoi zbardhjen gjyqësore të çështjes: dënimi kolektiv i 1930 çamëve në mungesë nga "Gjykata e Kolaboracionistëve", dënimet e rënda të disa të tjerëve me ballafaqim si dhe veprimet ligjore të kalimit të pronësisë së të larguarve, grekëve të krahinës.
Me diskutimet mbi pronën u hap edhe pjesa e dytë e referateve, përkushtuar përmasave të sotme të çështjes. Lektori i Universitetit “Dimokritos” së Thrakës Jannis Ktistaqis paraqiti tërësisht anën ligjore sa të kërkesës së pronave nga çamët dhe asaj të “pronave armike” të qytetarëve shqiptarë që u vendosën ndën “mbisiguri” në Tetor të 1940-ës dhe ekzistojnë edhe sot ndën atë gjendje “lufte”.
Gazetari Tassos Teloglu, theksoi karakteristikat , fjalën dhe kërkesat e “lobit çam” në Shqipërinë e sotme, duke vendosur fenomenin në përmasat e vërteta. Lektori i Universitetit “Pantios” Dhimitris Hristopulos, mbylli referatet me një analizë të zhvillimeve(por edhe të pasojave negative) të vetëçensurës kombëtare përsa u përket çështjeve të minoriteteve “të papranueshme”.
Nëse referatet ishin të vëmendshme dhe mjaft pluraliste, nuk ndodhi aspak kështu me dialogun që vijoi. Më saktë, nuk pati aspak dialog, edhe pse ndërhyrjet e "disidentëve" mbajtën afro një orë.
Në rastin në të mirë, ndërhyrësit-anëtarë shoqatash epirotësh dhe shkrimtarë librash për krahinën, u kufizuan në theksimin e krimeve të çetave kolaboracioniste të çamëve gjatë pushtimit, duke i mëshuar teoricitetit se, vrasjet e afërsisht 600 grekëve të Thesprotisë nga Italogjermanët dhe kolaboracionistët me ta vendas, justifikojnë zhdukjen e shumëfishtë të anëtarëve të minoritetit( pjesa dërrmuese fëmijë dhe gra) nga EDHES-i në 1944-ën dhe 1945-ën, si dhe dëbimin e 20.000 të tjerëve. Në rastin më të keq, ndërhyrjet u kufizuan në shpallje të hapura antikomunizmi ose u përsëritën ilaritete të ndryshme të parafilologjisë nacionaliste – që p.sh. gjuha çame është në të vërtetë një dialekt “grek” që “shqipngjan”.
Zbuluese për nivelin e “dialogut” është dhe fati i ndërhyrjes tonë, kur ndërmorëm një krahasim të kolaboracionit të grupeve minoritare të krahinës së Epirit, duke rikujtuar se edhe më në veri,(në zonën e Himarës) pati komunitete(grekësh) minoritare që-sikurse dhe çamët- bashkëpunuan më 1943-44-ën me armë me pushtuesit gjermanë, kundër forcave rezistente vendase. Ndërhyrja jonë nuk mundi të përfundonte, pasi “shkallët” e superpatriotëve vërshuan në britma ndaj “fashizmit të kuq” dhe në vazhdim, nisën të ulërasin ritmikisht : “Gu-lak! Gu-lak! Sol-ze-ni-cin! Sol-ze-ni-cin!
...
Dinamike ishte edhe ndërhyrja e Sekretarit të Përgjithshëm të Himariotëve Fredi Beleri. Në vitin 1995, ishte njëri nga pesë armëmbajtësit e “Frontit për Çlirimin e Vorio Epirit”(F.Ç.V.E.-Μ.Α.Β.Η.), që u kapën të armatosur në kufirin shqiptarogrek, për tu dënuar përfundimisht lehtë si ordinerë “tregëtarë ilegalë armësh”.Sot, zoti Beleri, përbën një burim bazë të mediave të “fushës patriotike”, sikurse konstatojmë nga intervista prej një faqeje mbi “irredentizmin shqiptar” tek “Proto Thema”( 24.2). Në simpoziumin e KEMO-s, kërkonte kështu edhe restot. Drejtuar p.sh. gazetares tonë, u shpreh publikisht: “Gabimi ynë qe vetëm një. Kur erdhët në Himarë, nuk ju premë kokat por ju lamë të ikni të lirë(!)”. I referohej, natyrisht, reportazhit tonë nga vendlindja e tij, lidhur me themelin ekonomikosocial të debatit midis “patriotëve” dhe “tradhëtarëve” të atjeshëm.
Këto përsa i përket simpoziumit, zhvillimi të cilit vërtetoi sërish dy faktorë: nga njëra anë lakuriqësinë e supernacionalistëve tradicionalë nga argumentat, që është kaq e paaftë të shprehet për çështjet minoritare (qoftë dhe të së kaluarës, sikurse me çamët) përveç gojëdhënave ose kërkimit “në thelb me origjinë greke” të (midis të tjerash) “armiqve të kombit”. Nga ana tjetër, që akoma dhe në një periudhë të mbingarkuar me zhvillime jo të dëshiruara në gjitoninë tonë ballkanike, një analizë serioze shkencore mbi minoritetet nuk përbën ,tashmë, tabu, në pikën që të paktën përbënte përpara dhjetë ose pesëmbëdhjetë vjetësh. Kontributi i Qendrës së Kërkimeve Minoritare (KEMO) në këtë demokratizim real të jetës publike të vendit, me vështirësi mund të nënvlerësohet".
...
Shënimi im:
Pasi bëhet më poshtë një pasqyrim se si mediat , televizionet dhe gazetat, pritën dhe trasmetuan ngjarjen në fjalë, ku vendin kryesor e zenë çjerrjet dhe thirrjet zhurmëbërëse të supernacionalistëve dhe “mbrojtësve të kombit”, theksohet analiza gjakftohtë nga blogu
Tukitheblom, administratori i të cilit ndodh të jetë arvanitas dhe person me gjykim mjaft të kthjellët dhe gjakftohtë.
Në mediat por dhe bloget shqiptare, tema është sa e “përkëdhelur” aq dhe e keqtrajtuar. Mësëshumti diskutohet me dy kritere: supernacionalizmin dhe mosnjohjen. Kur tek-tuk, ndokush rreket të merret me thelbin e saj, duke paraqitur ngjarjet sikurse janë dhe jo sikurse ato janë servirur prej propagandës komuniste 45 -vjeçare por dhe asaj postkomuniste në delir, menjëherë dëgjohet ulërima luftëndjellëse e dritëshkurtër e gojëdhënbesuesve! Vetëm një intervistë e kryeminsitrit Sali Berisha dhënë gazetarit të gazetës “Kathimerini” Stavros Tzimas, mund të thuhet se ka një përqasje reale me temën. Theksimi nga ai se, kjo(çështja e pronave) përbën çështje ligjore që duhet të zgjidhet përmes kësaj rruge, çon për mendimin tim, në drejtimin e duhur ngjarjet.